Του Γ. Η. Ορφανού
Ένα από τα κοινώς ομολογούμενα στις μέρες μας περισσότερο από άλλοτε είναι η αναγνώριση της σύμπραξης των πνευματικών ανθρώπων και της εργατικής τάξης ως γερό θεμέλιο κοινωνικής ανάπτυξης και προϋπόθεση για την κοινή υλικοπνευματική εξέλιξη.
Για να το δούμε πιο αναλυτικά, ξεκινώντας από το ότι πρόοδος μιας κοινωνίας δεν είναι επακόλουθο της δράσης μιας μόνον πτυχής της ανθρώπινης ζωής, αλλά της σύνθεσης και της σύμπραξης ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη. Έτσι, από τη μια οι πνευματικοί άνθρωποι —ως φορείς ιδεών, αξιών και οραμάτων— συνεισφέρουν στον κοινό αγώνα, δίνοντας τον προσανατολισμό, τη νοηματοδότηση και την κριτική ματιά. Οι εργαζόμενοι από την άλλη —με την εργασία τους, την εμπειρία και την πρακτική σοφία—προσφέρουν την υλοποίηση, τη διάρκεια και την κοινωνική σταθερότητα.
Δυστυχώς, όμως, η συνεργασία αυτή στις μέρες μας και σε όλον τον κόσμο καλείται να ξεπεράσει καθημερινά μια σειρά σημαντικά και δύσκολα εμπόδια: Η πνευματική εργασία πχ συχνά περιορίζεται σε ακαδημαϊκούς ή καλλιτεχνικούς κύκλους, ενώ η χειρωνακτική εργασία υποτιμάται ως «άμυαλη» ή «μη δημιουργική». Αυτό γεννά αμοιβαία προκατάληψη και άρνηση διαλόγου.
Η οικονομική ανισότητα και η πολιτισμική διάσπαση οδηγούν σε καχυποψία. Ο εργάτης βλέπει τον διανοούμενο ως αποκομμένο και απομακρυσμένο από την πραγματικότητα, ενώ ο διανοούμενος βλέπει τον εργάτη ως αδιάφορο για το ιδεολογικό υπόβαθρο της κοινωνικής συμβίωσης.
Ας μην παραβλέψουμε, όμως, και το πόσο βλάπτει την ευόδωση της σύμπραξης τούτης η παρουσία πολιτικών που επιδίδονται σε διχαστική ρητορική, διαίρει και βασίλευε, προς εργατική τάξη και διανοούμενους σε μιαν κοινωνία, προκειμένου να πετύχουν τους ιδιοτελείς σκοπούς τους και να ικανοποιήσουν τα πρόσκαιρα συμφέροντά τους εις βάρος στην ορατή και απτή πραγματικότητα τόσο των πνευματικών ανθρώπων, όσο και της εργατιάς.
Για να ξεπεραστούν, λοιπόν, οι πιο πάνω δυσκολίες, απαιτούνται συγκεκριμένες δράσεις: Η πνευματική εργασία χρειάζεται την εμπειρία της πράξης για να παραμείνει σε άμεση επαφή με την πραγματική ζωή και όχι αιθεροβάμων. Η εργατική πράξη χρειάζεται το όραμα για να αποκτήσει προοπτική. Η χωρίς δόλο και υποκρισία αμοιβαία αναγνώριση είναι το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα.
Επιβάλλεται να λαμβάνονται συνεχώς πρωτοβουλίες κι από τα δύο μέρη που θα φέρνουν κοντά εργάτες και στοχαστές—σε κοινά εργαστήρια, δημόσιες συζητήσεις, πολιτιστικά δρώμενα— ώστε να χτίζονται ακλόνητες γέφυρες κατανόησης.
Κοντά σε όλα τούτα, ας δεχτούμε ότι η παιδεία ποτέ δεν πρέπει να διαχωρίζει θεωρία και πράξη, αλλά να τις ενώνει. Η τεχνική εκπαίδευση δηλαδή θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με ανθρωπιστικές αξίες, και η πανεπιστημιακή σκέψη να έρθει πιο κοντά με την κοινωνική πραγματικότητα.
Η πρόοδος, όπως όλοι γνωρίζουμε και κάθε στιγμή βλέπουμε, δεν είναι παροδική υπόθεση των λίγων, αλλά διαρκής των πολλών ή ακόμα καλύτερα όλων μας. Όταν η σκέψη και η πράξη συμπορεύονται, η ανθρώπινη κοινωνία δεν ξεπερνά όσα συναντά στους δρόμους της, ούτε απλώς επιβιώνει. Ανθίζει και καρποφορεί, στηρίζει κάθε στιγμή τα μέλη της και τα οδηγεί σε κοινή υλική ευημερία και πνευματική προκοπή. Συμφωνείτε;
Γεώργιος Η. Ορφανός
Φιλόλογος, Msc Διαχ/σης Πολιτιστικής Κληρονομιάς
& Διαχ/σης Πληροφ/κων συστημάτων
& Διαχ/σης Πληροφ/κων συστημάτων
The post Όλοι μαζί για την κοινή πρόοδο appeared first on ΑΙΧΜΗ – Εφημερίδα Ν. Αιτωλοακαρνανίας.

